Σε μια τρύπα, 2 βήματα από

                    την προβλήτα, κοιμότανε 5-6 βράδια

                    τώρα ένα αραπάκι.

                    Μαύρο αυτό, μαύρη η τρύπα, λες και

το κατάπινε.  Εκεί ξημερωνότανε το κακορίζικο μοναχό, με τις

φωνές του λιμανιού και τα τραγούδια των προσφύγων που ψάχνανε

το μεροκάματο του αχθοφόρου.

Πώς είχε χάσει το καράβι του κανείς δεν κατάλαβε, ούτε κι εκείνο 

το κατάλαβε, χαμένο στα κοντινά στενά...

 

Έτρεξε δεξιά, αριστερά, πάλι δεξιά, γύρισε πίσω, το πήρε από την

αρχή, πάλι χαμένο ήτανε...

Και το καράβι έφυγε...